Triple boot σε Intel iMac με χαλασμένο το εσωτερικό SuperDrive

Που λέτε, υπάρχει ένα θέμα με τους Macintosh και τα Windows.

[Ακολουθεί τεχνική ανάλυση – για όσους βαριέστε, προχωρήστε παρακάτω]

Όταν φορτώνει ένας υπολογιστής, το πρώτο κομμάτι κώδικα που εκτελείται ουσιαστικά είναι το firmware του υπολογιστή – ο στοιχειώδης εκείνος κώδικας που επαληθεύει ότι όλα είναι στη θέση τους, βρίσκει τον δίσκο από τον οποίον θα φορτώσει το λειτουργικό, εντοπίζει την αρχή του, διαβάζει το πρώτο κομμάτι του λειτουργικού συστήματος, το φορτώνει στη μνήμη, και πασάρει την εκτέλεση σε αυτό. Job done.

Στους παλιότερους υπολογιστές το firmware είναι το λεγόμενο BIOS (Basic Input/Output System). Οι περισσότεροι οικιακοί υπολογιστές, μέχρι και σήμερα, έχουν μητρικές κάρτες που έχουν BIOS firmware. Κάποιοι υπολογιστές όμως – μέσα στους οποίους και όλοι οι Intel-based Macs – υποστηρίζουν μία άλλη αρχιτεκτονική firmware, την EFI (Extensible Firmware Interface). Το EFI υποτίθεται ότι είναι πιο επεκτάσιμο, πιο σύγχρονο, υποστηρίζει διάφορα καλούδια και δυνατότητες που με το κλασικό BIOS δεν παίζουν και λοιπά. Οι νεώτερες εκδόσεις Linux όπως και το OS X (και οι 64-bit εκδόσεις των Windows από Vista και άνω) υποστηρίζουν EFI κανονικά. Όλες οι άλλες εκδόσεις Windows όμως… δεν.

Εδώ υπάρχει μία ακόμη λεπτομέρεια που θέλει προσοχή: οι νεώτεροι Macs χρησιμοποιούν ένα νεώτερο «είδος» οργάνωσης για τους δίσκους τους, το λεγόμενο GPT (GUID Partition Table, όγι ΓΤΠ:P). Οι παλιότεροι υπολογιστές και τα περισσότερα PCs που τρέχουν Windows έχουν τους δίσκους τους φορμαρισμένους σε MBR (Master Boot Record – οι ορολογίες αυτές είναι συστήματα οργάνωσης των κατατμήσεων ενός δίσκου, ψάξτε το αν ενδιαφέρεστε, φεύγει πολύ η κουβέντα αν το αναλύσουμε).

Λοιπόν, αυτό που γίνεται όταν πειράζουμε τα partitions του δίσκου στον Mac, αυτομάτως το Disk Utility ενημερώνει έναν «ψευδο-MBR» που υπάρχει στην αρχή του δίσκου, ώστε όταν αυτός χρειαστεί παρ’ ελπίδα να δουλέψει με το παλιό σύστημα κατατμήσεων (όπως *γκουχ*γκουχ* όταν φορτώνει τα Windows από το δίσκο*γκουχ*) να μπορεί να έχει μπούσουλα. Το πρόβλημα δημιουργείται όταν θέλουμε να εγκαταστήσουμε ένα νέο λειτουργικό στον υπολογιστή, είτε αυτό είναι τα Windows, είτε το Linux, είτε ο,τιδήποτε άλλο. Κανονικά βάζουμε το δισκάκι στο SuperDrive του Mac, κρατάμε πατημένο το C στην έναρξη (ή το Option και επιλέγουμε το optical drive, το ίδιο κάνει), ο υπολογιστής ελέγχει αν υπάρχει ενάρξιμος δίσκος στο drive και αν ναι, φορτώνει αν χρειάζεται ένα είδος «εξομοίωσης BIOS» και πασάρει τον έλεγχο του συστήματος στο πρόγραμμα εγκατάστασης. Όλα ωραία και περιποιημένα.

Και πάλι, υπάρχουν περιορισμοί: το MBR δεν αναγνωρίζει περισσότερα από τέσσερα partitions – και δεδομένου ότι το πρώτο είναι το 200άρι του EFI, σου μένουν τρία. Επίσης, δεν επιτρέπεται partition πάνω από 2 TB μέγεθος, και κάτι άλλα ψιλά. Παρ’ όλ’ αυτά, η λύση είναι βιώσιμη.

[Εδώ κλείνει η τεχνικούρα:) ]

Τι γίνεται όμως αν το εσωτερικό drive τα έχει φτύσει (όπως στην περίπτωσή μου);

Λες έλα μωρέ, το έχω, θα βάλω το δισκάκι σε ένα εξωτερικό SuperDrive, USB κατά κανόνα, και τελείωσε, θα φορτώσω με το Option πατημένο. Αμ δε: αρχίζουν τα μηνύματα λάθους και έκανες μια τρύπα στο νερό. Λύση νούμερο δύο, να κάνουμε κλώνο του installation disc σε ένα φλασάκι ή έναν εξωτερικό σκληρό δίσκο (Firewire ή USB, δε διαφέρει), και να φορτώσουμε από εκεί. Επίσης, αποτυχία: το μόνο λειτουργικό που μπορεί να φορτώσει από εξωτερικό δίσκο τέτοιου είδους είναι το ίδιο το OS X, με ελάχιστες εξαιρέσεις.

Πώς στα κομμάτια λοιπόν να φορτώσουμε το πρόγραμμα εγκατάστασης;

Θα δούμε λοιπόν με βήματα πώς ακριβώς ετοιμάζουμε τον δίσκο του Mac μας για να δεχτεί τρία λειτουργικά, και πώς να τα περάσουμε σωστά ώστε να μπορούμε να φορτώνουμε κατ’ επίκλησιν όποιο θέλουμε. Θα χρησιμοποιήσουμε το Parallels Desktop 5.x και τον rEFIt bootloader, προκειμένου να κάνουμε τη δουλειά μας.

  1. Πρωτ’ απ’ όλα, προεργασία: εγκαθιστούμε το Parallels Desktop (χωρίς να φτιάξουμε ακόμα κάποια εικονική μηχανή), βάζουμε ένα ένα τα δισκάκια της εγκαταστάσεως στον υπολογιστή και χρησιμοποιώντας το Disk Utility και την εντολή New Image, φτιάχνουμε image files των δίσκων ώστε να τα έχουμε διαθέσιμα για ευχρηστία και ταχύτητα αργότερα.
  2. Ακόμη στο Disk Utility, επιλέγουμε τον εσωτερικό σκληρό του μηχανήματος, πάμε στην καρτέλα Partition και μειώνουμε το μέγεθος της ήδη υπαρχούσης κατατμήσεως όσο θέλουμε (πιάνουμε το handle στο κάτω δεξιά μέρος της και σέρνουμε). Προσθέτουμε με το συν τα επιπλέον partitions που θα χρειαστούμε: ένα για το Linux, ένα για τα Windows, και ένα για το swap space του Linux, με αυτή τη σειρά απαραιτήτως (για να πιάσει το προτελευταίο ο υβριδικός MBR – το Linux είναι GPT-aware). Τα μεγέθη τα διαλέγουμε εμείς, αλλά καλό είναι των Windows να μην είναι κάτω από 30 GB, του Linux κάτω από 12-15 GB, ενώ το swap partition φρόνιμο είναι να έχει μέγεθος μεταξύ μίας και δύο φορών τη μνήμη του συστήματος μας. Σημειωτέον ότι τα νέα partitions τα δημιουργούμε όλα με την επιλογή MS-DOS (FAT) και τους δίνουμε ονόματα που να μας βοηθούν να τα αναγνωρίσουμε εύκολα παρακάτω στη διαδικασία.
  3. Στη συνέχεια κατεβάζουμε και εγκαθιστούμε το rEFIt. Αποδεχόμαστε τις προεπιλογές, αλλά στο τελευταίο βήμα πατάμε customize και του ζητάμε να περάσει και τους επιπλέον drivers για ανανγώριση των ext# partitions που χρησιμοποιεί το Linux. Σημαντικό η έκδοση του rEFIt που περνάμε να είναι από 0.14 και άνω: οι προηγούμενες έχουν ένα πρόβλημα με τον GRUB2 bootloader που χρησιμοποιείται σε αρκετές διανομές Linux και δε θα το αναγνωρίζουν κατά την εκκίνηση.
  4. Αφού περαστεί το rEFIt ανοίγουμε ένα παράθυρο τερματικού (Applications/Utilities/Terminal.app) και εκτελούμε
    sudo /efi/refit/enable-always.sh

    Μας ζητάει κωδικό, δίνουμε κωδικό, προχωράμε παρακάτω.

  5. Κάνουμε επανεκκίνηση του υπολογιστή και φορτώνει το rEFIt. Επιλέγουμε το δεύτερο από αριστερά εικονίδιο της δεύτερης γραμμής (partition manager). Αν ρωτήσει αν θέλουμε να ενημερώσει τον MBR του λέμε ναι και επιλέγουμε το OS X.
  6. Όταν φορτώσει το λειτουργικό, ανοίγουμε το Parallels, φτιάχνουμε μία νέα μηχανή, ζητώντας κατά τη δημιουργία να χρησιμοποιηθεί ως δίσκος το «Boot Camp partition», και τικάρουμε τα δύο partitions που φτιάξαμε για το Linux (ναι, υπολογίζω το κύριο και το swap space). Ζητάμε να παρακάμψει την ανίχνευση, επιλέγουμε το είδος της διανομής που θα εγκαταστήσουμε (Ubuntu Linux στην περίπτωσή μου), και του λέμε να χρησιμοποιήσει ως optical drive το disk image του Linux που φτιάξαμε στο πρώτο βήμα. Τέλος, αν χρειάζεται, αλλάζουμε από το configuration της μηχανής το boot order και ανεβάζουμε το CD-ROM πάνω από τον σκληρό δίσκο.
  7. Βάζουμε μπρος τη μηχανή. Λογικά θα αρχίσει η εγκατάσταση του Linux από το «CD» που φτιάξαμε. Όταν μπει στο περιβάλλον εγκαταστάσεως ακολουθούμε τη διαδικασία της εγκαταστάσεως κανονικά… μέχρις ότου να μας ρωτήσει πού θέλουμε να γίνει η εγκατάσταση. Εδώ ζητάμε να φτιάξουμε το partition table με το χέρι. Ζητάμε να φορμάρει το partition που προορίζεται για το Linux (στην περίπτωσή μου, το /dev/sda3 – λογικό, αφού το πρώτο είναι του EFI και το δεύτερο του Mac OS X) ως ext3 (ή ext4, ή ό,τι άλλο θέλετε τέλος πάντων), και να το κάνει mount ως «/» (δηλαδή root, πάλι χωρίς τα εισαγωγικά). Αντίστοιχα, μαρκάρετε το τελευταίο partition (/dev/sda5 σ’ εμένα) ως swap space και ζητάτε φορμάρισμα (αν σας το επιτρέπει – σ’ εμένα το θεώρησε αυτονόητο). Αν σε κάποιο στάδιο της διαδικασίας σας ρωτήσει που θέλετε να εγκατασταθεί ο bootloader, του υποδεικνύετε το partition όπου θα εγκατασταθεί το Linux, και όχι όλο το δίσκο. Για το Ubuntu Karmic Koala (9.10), η επιλογή αυτή βρίσκεται στις ρυθμίσεις για προχωρημένους, στο τελευταίο βήμα πριν την έναρξη της εγκαταστάσεως από το γραφικό περιβάλλον. Γενικώς, διαλέξτε ό,τι bootloader θέλετε, ό,τι filesystem θέλετε, αρκεί να περάσετε τον bootloader στο σωστό partition και μόνο εκεί, και να ορίσετε ως προορισμό ΤΟ ΣΩΣΤΟ partition. Αλλιώς μόλις διαλύσατε το σύστημά σας:)
  8. Αφού τελειώσει η εγκατάσταση είστε έτοιμοι από μεριάς του Linux. Κάνουμε μία επανεκκίνηση: αν το rEFIt δεν εντοπίσει το Linux, βάζουμε το δισκάκι εγκαταστάσεως των Windows στον υπολογιστή, κάνουμε επανεκκίνηση και το επιλέγουμε – όταν ρωτήσει αν θέλουμε να φορτώσει από το CD περιμένουμε και λογικά θα φορτώσει το Linux. Μέσα από το σύστημα, ανοίγουμε ένα τερματικό και δίνουμε την εντολή
    sudo grub-install --force --root-directory=/ /dev/sda#

    όπου αντί για δίεση βάζουμε τον αριθμό του partition όπου έχουμε περάσει το Linux. Αν δε θυμόμαστε ποιο είναι μπορούμε να το δούμε και από το GParted – αν με έχετε ακολουθήσει πιστά θα είναι το /dev/sda3, όπως προαναφέραμε.

  9. Εκ νέου επανεκκίνηση και τσεκάρουμε ότι το Linux αναγνωρίζεται από το rEFIt. Δεδομένου ότι τελειώσαμε από αυτό, ξαναμπαίνουμε στο OS X, φτιάχνουμε μία νέα εικονική μηχανή στο Parallels, την ορίζουμε ως Windows 7, ως δίσκο ορίζουμε το partition που έχουμε κρατήσει κατά μέρος για την εγκατάσταση και ως optical drive το disk image που φτιάξαμε στην αρχή. Εκκινούμε τη μηχανή και ακολουθούμε κανονικά τις οδηγίες εγκαταστάσεως μέχρι του σημείου που καλούμαστε να διαλέξουμε δίσκο προς εγκατάσταση: εδώ επιλέγουμε το partition μας, και **οπωσδήποτε** ζητάμε format σε αυτό. Θα το κάνει σε NTFS, αλλά δε μας πειράζει – έτσι κι αλλιώς με τη χρήση του NTFS-3G, τόσο μέσα από Linux όσο και από το OS X, θα έχουμε την βασική πρόσβαση που χρειαζόμαστε. Αν ζητηθεί ενεργοποίηση ή σειριακός κωδικός δεν τον δίνουμε ακόμα – είναι δουλειά που θα κάνουμε μετά, κατά την ορθή εκκίνηση του λειτουργικού. Ολοκληρώνουμε την εγκατάσταση, ξεφορτωνόμαστε τα disk images και τις virtual machines και κάνουμε επανεκκίνηση.

Θεού θέλοντος είμαστε εντάξει. Αν για κάποιον λόγο το rEFIt δε βλέπει τα Windows, ή μας δίνουν το μήνυμα Missing Operating System, ή BOOTMGR is missing, βάζουμε το δισκάκι εγκατάστασης των Windows 7 μέσα, φορτώνουμε από αυτό, και όταν μας δοθεί η ευκαιρία επιλέγουμε Repair your computer->Next->Startup Repair, και μετά την επισκευή επανεκκινούμε.

Θεωρητικά μέχρι αυτό το σημείο θα πρέπει να έχετε ένα triple-booting σύστημα, με όλες τις εγκαταστάσεις των δευτερευόντων λειτουργικών να έχουν γίνει μέσα από εικονικές μηχανές στο Parallels. Τώρα απομένουν τα updates και τα διάφορα προγράμματα που χρειάζονται εγκατάσταση, αλλά αυτό είναι τυπικούρα:) Μην ξεχνάτε, αν ανά πάσα ώρα και στιγμή θέλετε να αναστρέψετε την εγκατάσταση, μπαίνετε από το OS X στο Disk Utility, διαγράφετε τα επιπλέον partitions, μεγενθύνετε το partition του OS X ώστε να καταλαμβάνει όλο το δίσκο και τελειώσατε. Αν θέλετε να βγάλετε και το rEFIt (μα γιατί; είναι πολύ καλός boot manager), διαγράφετε τον φάκελο /efi όπως είναι, και από τα System Preferences->Startup επιλέγετε την κατάτμηση του OS X.

Τέλος:)

2 Responses to “Triple boot σε Intel iMac με χαλασμένο το εσωτερικό SuperDrive”


  1. 1 dealsend 9 Μαρτίου 2010 στο 10:53 πμ

    You are God!

    Κρίμα που δεν το έγραψες στα εγγλέζικα να το βλέπουν οι υπεύθυνοι!


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s




Κατηγορίες

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ

Μαρτίου 2010
Δ T Τ T Π S S
« Φεβ.   Apr »
1234567
891011121314
15161718192021
22232425262728
293031  

ΠΑΛΑΙΟΤΕΡΕΣ ΣΕΖΟΝ…

del.icio.us

Twitter

ASK2USE

ΔΙΑΦΟΡΑ

Μας διαβάζουν τακτικά:

Counter free

Αρέσει σε %d bloggers: